H προσμονή του ανέφικτου

 

H γκρίζα οροσειρά που σ’ αγκαλιάζει
βγαίνοντας στο μπαλκόνι
ο σκύλος που γαυγίζει τους περαστικούς
η πλατιά αυλή με τη μανόλια
κι ένα κανάτι νερό στο περβάζι του παραθύρου
να ξεπλένει στιγμές στην προσμονή του ανέφικτου.

ματωμένο φεγγάρι

 

Εκείνο το πουλί
ήρθε και πάλι σήμερα
στάθηκε στο παράθυρό μου
είχε ένα σπασμένο φτερό
με κοίταξε σιωπηλό
με την ασυγχώρητη λήθη
δάκρυ ενοχής κυλούσε στα μάτια του.
Το δικό μου δάκρυ
γινόταν πέτρα
σ’ ένα πέτρινο προσωπείο,
μιας άλλης εποχής, ξένο…
-εκεί να σταθείς, μου λέει, δες,
μες τη ρωγμή του χρόνου
ο κόσμος γκρεμίζεται
με κίβδηλους ήχους
τα όνειρα ξεθωριάζουν.
Είπε, κι εγώ έμεινα στο πουθενά
μ’ ένα ματωμένο φεγγάρι
στις χούφτες μου.
Τότε το πουλί με το σπασμένο φτερό
μάζεψε τα δάκρυα
έχτισε ένα πέτρινο τοίχο γύρω μου
και πέταξε μακριά…

mxlrs1

 

οι μνήμες ξυπνήσαν
άδεια αγκαλιά
κάρφωσαν άρρητα σύμφωνα
ανάσες που ζέσταιναν ψίθυροι
κι ένας κόκκινος ήλιος
διώχνει το σύννεφο
μια αχτίδα του ρίχνει
στο μαξιλάρι μου…

Ν Υ Χ Τ Α

Νύχτα, στην παγερή σου αγκάλη κλείσε
Του ονείρου την ξεθωριασμένη αχτίδα
Κύμα κι αφρός που γίνηκε στο διάβα

Νύχτα, σ’ αλλοτινού καιρού τα μονοπάτια
Σα θάνατος με χέρια μυρωμένα
Σκέπασε τον αλαργινό μου πόθο…